επιβουλία

η (Α ἐπιβουλία) [επίβουλος]
νεοελλ.
ονομασία μικρού σιφωνοφόρου
αρχ.
επιβουλή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιβουλία — ἐπιβουλίᾱ , ἐπιβουλία treachery fem nom/voc/acc dual ἐπιβουλίᾱ , ἐπιβουλία treachery fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλίᾳ — ἐπιβουλίαι , ἐπιβουλία treachery fem nom/voc pl ἐπιβουλίᾱͅ , ἐπιβουλία treachery fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλίας — ἐπιβουλίᾱς , ἐπιβουλία treachery fem acc pl ἐπιβουλίᾱς , ἐπιβουλία treachery fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλίαν — ἐπιβουλίᾱν , ἐπιβουλία treachery fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλιῶν — ἐπιβουλία treachery fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλίαις — ἐπιβουλία treachery fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλίην — ἐπιβουλία treachery fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβουλίης — ἐπιβουλία treachery fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακοποιός — ά, ό (AM κακοποιός, όν) 1. αυτός που κάνει το κακό, που εκτελεί κακές πράξεις, βλαβερός (α. «κακοποιό στοιχείο» β. «κακοποιὸν ὄνειδος», Πίνδ.) 2. το αρσ. ως ουσ. ο κακοποιός κακούργος, εγκληματίας μσν. 1. ανήθικος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ κακοποιόν… …   Dictionary of Greek

  • πιβουλιά — η, Ν δόλος, επιβουλή. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἐπιβουλία με σίγηση τού αρκτικού άτονου ε ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.